τεσσαρακοντόργυιος

τεσσαρακοντόργυιος
τεσσαρακοντ-όργυιος, vierzig Klafter lang

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τεσσαρακοντόργυιος — ον, Α αυτός που έχει ύψος ή μήκος σαράντα οργιές. [ΕΤΥΜΟΛ. < τεσσαράκοντα + ὀργυιά (πρβλ. πεντ όργυιος)] …   Dictionary of Greek

  • τεσσερακοντόργυιος — τεσσαρακοντόργυιος forty fathoms high masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”